FOCUS

Πυρηνικά: Τα οπλοστάσια, οι συμφωνίες και η ανεξέλεγκτη Ρωσία

Η χωρίς όριο ανάπτυξη του πυρηνικού οπλοστασίου παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους για την ύπαρξη ζωής στον πλανήτη μας Russian Defense Ministry Press Service via AP, File

Η απόφαση του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν να αναστείλει την συμμετοχή της χώρας του στην συμφωνία START 2 για περιορισμό των πυρηνικών όπλων έφερε πάλι στην επικαιρότητα έναν από τους μεγαλύτερους εφιάλτες της ανθρωπότητας.

Η χωρίς όριο ανάπτυξη του πυρηνικού οπλοστασίου παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους για την ύπαρξη ζωής στον πλανήτη μας, δεδομένου ότι όσοι περισσότεροι κατέχουν την τεχνογνωσία και μπορούν να «το πατήσουν», κατά το κοινώς λεγόμενο, τόσο μεγαλύτερη είναι και η απειλή για τη ζωή όλων μας.

Με όλα τα προβλήματα που είχε και την αμοιβαία καχυποψία που τη διέκρινε, η συμφωνία START 2 ήταν ένα μικρό μεν, αλλά συμβολικό βήμα κατανόησης. Τόσο οι ΗΠΑ, όσο και η Ρωσία που δεσμεύονται από τη συνθήκη, ως κράτη με τα μεγαλύτερα πυρηνικά οπλοστάσια, είχαν αναλάβει την υποχρέωση να περιορίσουν τις πυρηνικές κεφαλές που έχουν στη διάθεσή τους. Βεβαίως αυτές που τους έμεναν θα μπορούσαν να προκαλέσουν την καταστροφή της Γης ολόκληρης, όμως η START 2 άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω συμφωνιών για ακόμα μεγαλύτερους περιορισμούς.

Πού βρισκόμαστε, λοιπόν, σήμερα; Ποιες χώρες έχουν παραδεχτεί ότι διαθέτουν πυρηνικά όπλα, ποιες έχουν και δεν το παραδέχονται και ποιες κάνουν κινήσεις για να αποκτήσουν; Και κυρίως, ποιες εξελίξεις έφεραν την ρωσική απόφαση; Μπορεί αυτή να έχει και άλλες συνέπειες, εκτός από το επίπεδο των συμβολισμών;

Η ισορροπία του τρόμου και οι μικρότεροι «παίκτες»

Στις 16 Ιουλίου 1945 στην έρημο του Νέου Μεξικού των ΗΠΑ, συγκεκριμένα σε μια τοποθεσία που ήταν και τότε γνωστή με το ποιητικό όνομα «Jornada del Muerto», δηλαδή Το Ταξίδι του Πεθαμένου, έγινε το πρώτο τεστ πυρηνικού όπλου στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η ατομική βόμβα εξερράγη μέσα σε πανηγυρισμούς από τους 425 παρευρισκόμενους.

Δεν πέρασαν ούτε τρεις εβδομάδες για την πρώτη, και για την ώρα ευτυχώς μοναδική, απόφαση να χρησιμοποιηθεί το φρικιαστικό αυτό όπλο. Στις 6 Αυγούστου 1945 μια ατομική βόμβα έπληξε τη Χιροσίμα της Ιαπωνίας και τρεις μέρες αργότερα, στις 9 Αυγούστου 1945, το Ναγκασάκι. Η Ιαπωνία συνθηκολόγησε άνευ όρων, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε μ’ έναν τρόπο που προκαλούσε μεγαλύτερη ανησυχία από χαρά.

Η ισορροπία δυνάμεων που αποτέλεσε και την απαρχή του λεγόμενου Ψυχρού Πολέμου αποκαταστάθηκε στις 29 Αυγούστου 1949. Τότε η ΕΣΣΔ ανακοίνωσε επισήμως την επιτυχία του πυρηνικού προγράμματος RDS-1, ή κατά το ποιητικότερο «Πέρβαγια Μόλνιγια» (Πρώτος Κεραυνός) στο ερημικό Σεμιπαλατίνσκ, που σήμερα αποτελεί μέρος της επικράτειας του Καζακστάν.

Αυτή η ανακοίνωση-προειδοποίηση πέτυχε το σκοπό της μόνο κατά το ήμισυ: Πλέον ακόμα και οι πιο θερμόαιμοι ηγέτες των δύο πλευρών σκέφτονταν δύο και τρεις φορές πριν χρησιμοποιήσουν ακόμα και λεκτικά την απειλή. Αυτό, βέβαια, δεν τους πτόησε καθόλου από το να ξεκινήσουν μια αλόγιστη κούρσα εξοπλισμών, που έφτασε τον αριθμό των πυρηνικών κεφαλών σε δυσθεώρητα ύψη. Πλέον η ισχύς των πυρηνικών όπλων καταμετρούνταν με εφιαλτικό τρόπο: Πόσες φορές θα μπορούσαν να καταστρέψουν ολόκληρη τη Γη.

Από τότε μέχρι σήμερα άλλα έξι κράτη έχουν επισήμως ανακοινώσει ότι κατέχουν την τεχνολογία κατασκευής και ανάπτυξης πυρηνικών όπλων. Η Μεγάλη Βρετανία έκανε την πρώτη της πετυχημένη δοκιμή στις 3 Οκτωβρίου 1952 σε μια απομακρυσμένη περιοχή της Δυτικής Αυστραλίας. Η Γαλλία στις 13 Φεβρουαρίου 1960 στην έρημο Σαχάρα, στο νότο της σημερινής Αλγερίας. Η Κίνα στις 16 Οκτωβρίου 1964 στο Λοπ Νουρ της βορειοδυτικής επαρχίας Ξινγκιάνγκ. Η Ινδία στις 18 Μαϊου 1974 στο Ποχράν της πολιτείας Ρατζαστάν. Το Πακιστάν στις 28 Μαϊου 1998 στο Ρας Κοχ του Βελουχιστάν και η Βόρεια Κορέα στις 9 Οκτωβρίου 2006 στο Κιλτζού της βορειοανατολικής επαρχίας Χαμγιόνγκ.

Κάθε ρεπορτάζ, βέβαια, που αναφέρεται σε κράτη-κατόχους πυρηνικών όπλων συμπεριλαμβάνει και το Ισραήλ, όσο κι αν η ισραηλινή κυβέρνηση ποτέ δεν έχει παραδεχτεί κάτι τέτοιο επισήμως. Οι Ισραηλινοί πιστεύεται ότι κατέκτησαν την τεχνογνωσία στο διάστημα ανάμεσα στο 1960 και το 1979 και διαθέτουν, κατά πληροφορίες, 90 πυρηνικές κεφαλές, κρυμμένες σε μυστική τοποθεσία.

Για να υπάρξει, πάντως, μια τάξη μεγέθους, περισσότερες από το 90% των πυρηνικών κεφαλών που έχουν κατασκευαστεί ποτέ ανήκουν είτε στις ΗΠΑ, είτε στη Ρωσία (διάδοχο κράτος της ΕΣΣΔ). Τα ρεπορτάζ βασίζονται σε επίσημα στοιχεία και η ακρίβειά τους αμφισβητείται, ωστόσο αυτή τη στιγμή η Ρωσία διαθέτει 5.977 πυρηνικές κεφαλές (εκ των οποίων οι 1.588 ανεπτυγμένες) και οι ΗΠΑ 5.428 κεφαλές (έχει αναπτύξει τις 1.644). Η Κίνα διαθέτει 350 πυρηνικές κεφαλές, η Γαλλία 290, η Βρετανία 225, το Πακιστάν 165, η Ινδία 160 και η Βόρεια Κορέα 40.

Συμφωνίες και αποχωρήσεις

Οι πέντε πρώτες χώρες που απέκτησαν την πυρηνική πολεμική τεχνογνωσία (ΗΠΑ, ΕΣΣΔ-Ρωσία, Βρετανία, Γαλλία και Κίνα) έχουν παράλληλα υπογράψει και τη Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων (NPT) από το 1968. Περισσότερο μπερδεμένη είναι η κατάσταση όσον αφορά τη Συνθήκη Ολοκληρωμένης Απαγόρευσης Πυρηνικών Δοκιμών, που υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη το 1996. Την έχουν υπογράψει 186 χώρες, ανάμεσά τους και όλες όσες έχουν πυρηνικά, ωστόσο έξι απ’ αυτές (ΗΠΑ, Κίνα, Ινδία, Πακιστάν, Βόρεια Κορέα, Ισραήλ) δεν την έχουν επικυρώσει. Τεχνικά, λοιπόν, μπορούν να κάνουν δοκιμές και να μην τις ανακοινώνουν.

Στο κλειστό κλαμπ των κρατών περιλαμβάνονται ακόμα πέντε, τα οποία φιλοξενούν πυρηνικές κεφαλές σε αμερικανικές βάσεις που βρίσκονται στο έδαφός τους (Τουρκία, Ιταλία, Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο). Οι κυβερνήσεις αυτών των κρατών δεν έχουν ούτε έλεγχο, ούτε και λόγο στη χρησιμοποίηση των πυρηνικών.

Επίσης, τρεις πρώην Σοβιετικές δημοκρατίες (Λευκορωσία, Καζακστάν και Ουκρανία) που είχαν στο έδαφός τους πυρηνικές κεφαλές τις «επέστρεψαν» αυτοβούλως στη Ρωσία όταν έγιναν ανεξάρτητες.

Το μοναδικό κράτος που επισήμως παραδέχτηκε ότι προσπάθησε να αναπτύξει πυρηνική πολεμική τεχνολογία, αλλά ανέστειλε όλα τα προγράμματα, είναι η Νότια Αφρική. Οι δοκιμές ξεκίνησαν το 1967 και το πρώτο τεστ φέρεται να έγινε τον Σεπτέμβριο του 1979. Πριν ακόμα υπάρξει όμως η αλλαγή με την κατάρρευση του απαρτχάιντ, το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε το 1989.

Χρειάστηκε να ολοκληρωθεί ο Ψυχρός Πόλεμος για να προχωρήσουν οι δύο υπερδυνάμεις σε μια συμφωνία περιορισμού των πυρηνικών όπλων. Η συμφωνία START (Strategic Arms Reduction Treaty) συζητιόταν από το 1982 μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ και τελικά υπογράφηκε στη Μόσχα στις 31 Ιουλίου 1991. Ήταν μια από τις τελευταίες ενέργειες του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ως ηγέτη της ΕΣΣΔ, η οποία διαλύθηκε τα Χριστούγεννα του ίδιου χρόνου.

Η έναρξη ισχύος της συνθήκης είχε οριστεί για τις αρχές Δεκεμβρίου 1994 και είχε 15ετή διάρκεια. Οι δύο χώρες (τη θέση της ΕΣΣΔ πήρε η Ρωσία) ανέλαβαν την υποχρέωση να μην κατασκευάσουν παραπάνω από 6.000 πυρηνικές κεφαλές και 1.600 βαλλιστικούς πυραύλους (ICBM). Κάτι που τηρούν μέχρι σήμερα.

Ενθαρρυμένοι από αυτή την εξέλιξη, διπλωμάτες από τις δύο πλευρές έκαναν προσπάθειες για περαιτέρω μείωση των οπλοστασίων πριν ακόμα εκπνεύσει η συνθήκη START. Η START ΙΙ μπορεί να υπογράφηκε από τον Τζορτζ Μπους τον Πρεσβύτερο και τον Μπόρις Γέλτσιν στις αρχές του 1993 και υποτίθεται ότι θα ίσχυε από το 2000 και μετά, ωστόσο τα όσα ανέφερε για περιορισμό των πυρηνικών κεφαλών στις 1.600 ανά κράτος ποτέ δεν εφαρμόστηκαν.

New Start: Τι πραγματικά σημαίνει η ρωσική αποχώρηση

Όταν παρήλθε η 15ετία της START, οι δύο χώρες έκαναν αμοιβαία βήματα προσέγγισης και τελικά κατέληξαν στη New Start, η οποία επικεντρωνόταν όχι τόσο στον αριθμό των πυρηνικών κεφαλών, αλλά σ’ αυτές που θα έχουν αναπτυχθεί σε στρατηγικά σημεία και όριζε ότι δεν μπορούν να ξεπερνούν τις 1.550 ανά κράτος. Οι συνομιλίες κράτησαν έξι μήνες του 2009 και τελικά η συνθήκη υπογράφηκε στην Πράγα στις 8 Απριλίου 2010 από τον Μπαράκ Ομπάμπα και τον Ντμίτρι Μεντβέντεφ.

Η συνθήκη αναφέρει ακριβώς τον αριθμό των βομβαρδιστικών αεροσκαφών, των υποβρυχίων και των εκτοξευτήρων διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων που μπορεί να έχει κάθε χώρα. Η ισχύς της ξεκινούσε τον Φεβρουάριο του 2011 και θα ολοκληρωνόταν το 2026. Από αυτή τη συνθήκη αποχώρησε η Ρωσία πριν λίγες ημέρες, όταν ο Βλαντιμίρ Πούτιν ανακοίνωσε σε ομιλία του προς τα μέλη του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου ότι η χώρα του δεν δεσμεύεται πια από τα συγκεκριμένα άρθρα.

Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Πολλά και τίποτα. Η Ρωσία ούτως ή άλλως τον τελευταίο χρόνο αρνούνταν να δεχτεί διεθνείς ελέγχους του πυρηνικού της οπλοστασίου, ως όφειλε και σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η New START. Οπότε, θεωρητικά, από την έναρξη της εισβολής στην Ουκρανία μπορεί να τρέχει ένα πρόγραμμα αύξησης του πυρηνικού οπλοστασίου, το οποίο φυσικά δεν ανακοινώνεται επισήμως και κανείς, πλην ελαχίστων, δεν γνωρίζει την ύπαρξή του.

Η Ρωσία περισσότερο ήθελε να στείλει ένα μήνυμα παρά να απαλλαγεί από μία συνθήκη, την οποία κανείς δεν γνωρίζει αν τηρεί και σε ποιο βαθμό. Η απόσυρσή της λογικά της δίνει τη δυνατότητα να αναπτύξει ένα μεγαλύτερο σε όγκο οπλοστάσιο. Αν αποδειχτεί κάτι τέτοιο (οι δυτικές μυστικές υπηρεσίες βρίσκονται σε συναγερμό και ψάχνουν), τότε θεωρείται σίγουρο ότι και οι ΗΠΑ θα «αναγκαστούν» να απαντήσουν. Κυριολεκτικά, είναι ένα βήμα πίσω στην αμοιβαία κατανόηση που οικοδομήθηκε με κόπο τα τελευταία 30 χρόνια.

Από την άλλη, μετά τη φρικιαστική εμπειρία του 1945, τα πυρηνικά χρησιμοποιούνται περισσότερο ως αποτρεπτικός παράγοντας και σε επίπεδο συμβολισμού, παρά ως επιθετικά όπλα ισχύος. Από ένα σημείο και πέρα, ο ακριβής αριθμός και το αν είναι περισσότερα ή λιγότερα χάνει τη σημασία του. Αρκεί να γνωρίζουμε ότι ακόμα κι αυτά που αναφέρονται στις συμφωνίες, οι οποίες δεσμεύουν τα κράτη, φτάνουν και περισσεύουν για να αφανίσουν κάθε μορφή ζωής, μάλιστα περισσότερες από μία φορές.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

× Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης