ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σόιμπλε: Οικονομική ανοησία η αύξηση του ΦΠΑ, αλλά δεν υπήρχε εναλλακτική

Σόιμπλε: Οικονομική ανοησία η αύξηση του ΦΠΑ, αλλά δεν υπήρχε εναλλακτική
Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε μιλάει κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στην Εαρινή Σύνοδο της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ, στην Ουάσιγκτον, το Σάββατο 16 Απριλίου 2016 REUTERS/Joshua Roberts/File Photo

Η αύξηση του ΦΠΑ είναι «οικονομική ανοησία», δήλωσε σήμερα σε ημερίδα στο Βερολίνο ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε (Wolfgang Schäuble), επισημαίνοντας ωστόσο ότι δεν υπήρχε εναλλακτική, λόγω της υστέρησης εσόδων στον κρατικό μηχανισμό της Ελλάδας.

Λέγοντας ότι «η Ελλάδα είναι μια πολύ δύσκολη περίπτωση», εξήγησε στο εκλεκτό του ακροατήριο ότι «καμία χώρα στην Ευρώπη δεν έχει τόσο υψηλό ποσοστό φόρων που πρέπει να καταβληθούν, αλλά δεν καταβάλλονται», προσθέτοντας ότι «όταν τώρα η Ελλάδα αυξάνει τον ΦΠΑ, αυτό είναι οικονομική ανοησία».

Όπως, όμως, διευκρίνισε: «όταν το κράτος δεν έχει άλλα φορολογικά έσοδα, δεν μένει παρά αυτό».

Έκανε δε λόγο για «ηθικό κίνδυνο και μάλιστα συγκεκριμένο», καθώς –όπως είπε– η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση θα αρχίσει να αποδίδει το 2017, όμως «δεκάδες χιλιάδες Έλληνες βγαίνουν τώρα σε πρόωρη σύνταξη».

Λέγοντας τα παραπάνω, ο Γερμανός υπουργός υποστήριξε ότι «η Ελλάδα χρειάζεται μια αποτελεσματική δημόσια διοίκηση και να συνηθίσει ότι υπάρχει μία τέτοια διοίκηση»,

Παράλληλα, εκτίμησε ότι η ύφεση στην Ελλάδα φαίνεται να υποχωρεί, ενώ «η ανεργία πλησιάζει ένα σημείο καμπής», ενώδεν έκρυψε την αισιοδοξία του αναφορικά με την πορεία που έχει δρομολογηθεί για την ελληνική οικονομία, λέγοντας ότι η Ελλάδα ανακάμπτει πιο γρήγορα από ό,τι πολλοί περίμεναν πολλοί.

«Τώρα αισθάνομαι πιο αισιόδοξος για την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας από ό,τι προηγουμένως».

Υπέρ Ευρωπαϊκής Ενώσεως και πατρίδας

Οι εκτιμήσεις αυτές εκφράστηκαν μία εβδομάδα μετά από το Eurogroup της 24ης Μαΐου, όπου συμφωνήθηκε η εκταμίευση της δεύτερης δόσης του τρέχοντος προγράμματος και ένας οδικός χάρτης για την ελάφρυνση του χρέους· μέτα, όμως, από το πολιτικό ορόσημο των ομοσπονδιακών εκλογών στη Γερμανία, που αναμένονται στο β' εξάμηνο του 2017 –απαίτηση του Σόιμπλε έναντι του ΔΝΤ που πίεζε για εμπροσθοβαρές χρονοδιάγραμμα.

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών υπερασπίστηκε την Ευρωπαϊκή Ένωση, λέγοντας ότι δεν αποτελεί ξεπερασμένο μοντέλο, παρά την ελληνική κρίση και το επικείμενο βρετανικό δημοψήφισμα. Ως προς αυτό το τελευταίο εκτίμησε ότι «στο τέλος οι Βρετανοί θα λάβουν λογική απόφαση».

«Δεν ισχύει καθόλου ότι δεν πρέπει να έχουμε ελπίδα», τόνισε, σχολιάζοντας το κλίμα που επικρατεί στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. «Ακόμη και αν μερικές φορές υπάρχουν οριακές αποφάσεις, όπως στις προεδρικές εκλογές στην Αυστρία, υπάρχει η ελπίδα ότι οι εξελίξεις δεν προχωρούν γενικά εναντίον του κοινού ευρωπαϊκού εγχειρήματος».

BMF Tragfähigkeitskonferenz CjdCJoAXAAMWVc2.jpg large

Σε ό,τι αφορά την νομισματική πολιτική των χαμηλών επιτοκίων, που ακολουθεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) –πηγή μόνιμης αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Μάριο Ντράγκι (Mario Draghi) και το γερμανικό οικονομικό κατεστημένο– ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε επανέλαβε την άποψη ότι δεν είναι αυτή δεν επωφελής για τη Γερμανία.

Όπως τόνισε χαρακτηριστικά, «η ευθύνη της Κεντρικής Τράπεζας για το σύνολο της ευρωζώνης σημαίνει ότι ο θεσμός αυτός δεν επιδιώκει την ιδανική νομισματική πολιτική για τη Γερμανία». Αφήνοντας δε σαφείς αιχμές προς τον Ντράγκι, σημείωσε ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θα πρέπει να είναι ανοιχτοί στον δημόσιο διάλογο. Δεν έχουν περάσει παρά μερικές εβδομάδες από όταν ο Σόιμπλε, παραλαμβάνοντας οικονομικό βραβείο, κατηγόρησε τον Ντράγκι για την άνοδο του ακροδεξιού AfD:

Είπα στον Μάριο Ντράγκι να είσαι πολύ περήφανος. Μπορείς να αποδώσεις το 50% των αποτελεσμάτων ενός κόμματος που φαίνεται νέο και επιτυχημένο στη Γερμανία στο σχεδιασμό αυτής της πολιτικής.

Η επεκτατική νομισματική πολιτική της Φρανκφούρτης προκαλεί οργή στα μεσαία στρώματα της Γερμανίας, που θεωρούν ότι τα χαμηλά επιτόκια πλήττουν τις αποταμιεύσεις τους. Τα χρόνια που ακολούθηκσαν τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του 2001, οι Γερμανοί πίστεψαν ότι θα μπορούσαν να αναπληρώσουν τις περικοπές στις συντάξεις τους, αποταμιεύοντας τα χρήματά τους και εν συνεχεία διοχετεύοντάς τα σε εταιρικά συνταξιοδοτικά προγράμματα, μετοχές ασφαλιστικών εταιρειών ή άλλα ιδιωτικά προγράμματα ασφάλισης επιδοτούμενα από το κράτος.

Όμως, ειδικά τα τελευταία παρέμειναν στάσιμα από το 2008 και μετά, ενώ οι περιπέτειες των τραπεζών των κρατιδίων (Landesbanken), αλλά και αυτές συστημικών τραπεζών όπως η Deutsche Bank δημιουργούν ανασφάλεια στους επενδυτές–συνταξιούχους, που εν αγνοία τους έχουν βάλει τους κόπους μιας ζωής στην ίδια ντουλάπα με τους σκελετούς του γερμανικού τραπεζικού συστήματος.

Θεσμικοί παράγοντες της οικονομικής ζωής στην ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης, όπως η BaFin (ομοσπονδιακή αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας), προειδοποιούν ότι τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια ενδεχομένως να επιφέρουν νέες περικοπές, αυτή τη φορά στα ιδιωτικά προγράμματα των Γερμανών συνταξιούχων.

Εναλλακτική για ποιον;

Τα παραπάνω ειπώθηκαν σε ημερίδα που διοργάνωσε το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών (BMF –Bundesfinanzministerium) με θέμα τις επιπτώσεις των δημογραφικών αλλαγών στους κρατικούς προϋπολογισμούς, στο πλαίσιο της σχετικής έκθεσης που δημοσιοποιεί το υπουργείο ανά κοινοβουλευτική περίοδο.

Η σχέση δημογραφίας και δημοσιονομικών επιδόσεων κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια στην κεντρική πολιτική σκηνή της Γερμανίας, αποκτώντας μία επιπλέον διάσταση από τις πρόσφατες εξελίξεις στο προσφυγικό. Η 57σέλιδη Τέταρτη Έκθεση για τη Βιωσιμότητα των Δημόσιων Οικονομικών (Vierter Bericht zur Tragfähigkeit der öffentlichen Finanzen) δημοσιοποιήθηκε τον περασμένο Φεβρουάριο και σε αυτήν οι τεχνοκράτες του υπουργείου παρουσίασαν τις προβλέψεις τους για τη δημοσιονομική πολιτικής με ορίζοντα το 2060, εστιάζοντας στη δημογραφική αλλαγή, ώστε να καταστρωθεί από νωρίς το σχέδιο διασφάλισης των προοπτικών βιωσιμότητας της γερμανικής οικονομίας.

Όπως αναφέρεται, και με βάση τους τρέχοντες υπολογισμούς, το λεγόμενο «κενό βιωσιμότητας» κυμαίνεται μεταξύ 1,2% και 3,8% επί του ΑΕΠ της Γερμανίας.

«Η γερμανική κυβέρνηση πρέπει να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει μακροπρόθεσμα τις υποχρεώσεις της. Έχουμε χρέος στις μελλοντικές γενιές», ανέφερε τότε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, προειδοποιώντας για τους κινδύνους από τη δημογραφική κατάσταση στη χώρα.

Τα συμπεράσματα της έκθεσης κινήθηκαν στο γνωστό πλαίσιο περί δημοσιονομικής αυστηρότητας, που θέτουν οι γερμανικές διοικήσεις την τελευταία δεκαετία, αναφορικά με τη γήρανση του πληθυσμού και τις επιπτώσεις της σε ασφαλιστικό και εργασιακά, ενώ αναγνωρίστηκαν οι θετικές επιπτώσεις από τη μείωση της δομικής ανεργίας και την αύξηση του ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στην εργασία.

Ενδεικτικό της σπουδής των Γερμανών τεχνοκρατών είναι πως στην περίληψη της έκθεσης γίνεται αναφορά στο ενδεχόμενο εκ νέου γήρανσης του εργατικού δυναμικού, όταν ο ρυθμός γεννήσεων επανέλθει σε ρυθμούς αύξησης.

Αυτό, όμως, που επισημάνθηκε ιδιαίτερα ήταν το μεταναστευτικό:

Η αυξημένη μετανάστευση ειδικευμένου εργατικού δυναμικού θα έχει πιθανότατα σημαντικές επιπτώσεις στη δημογραφική κατάσταση. Σε ποιο βαθμό θα μπορούσαν οι σημερινές αφίξεις των προσφύγων να επηρεάσουν την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών της χώρας δεν μπορεί επί του παρόντος να προσδιοριστεί.

Ο συνδυασμός των δύο αυτών θεμάτων (συντάξεων και προσφυγικού) κωδικοποιείται σε τρεις λέξεις: Alternative für Deutschland («Εναλλακτική για τη Γερμανία»). Η εκλογική και δημοσκοπική εκτίναξη της ξενοφοβικής ακροδεξιάς στη Γερμανία έχει θορυβήσει τους Χριστιανοδημοκράτες, που φοβούνται διαρροή ψηφοφόρων από τα δεξιά.

Το ζήτημα της Altersarmut («φτώχειας στα γεράματα») αποτελεί το βασικό αντικείμενο των διαβουλεύσεων ανάμεσα στην Άνγκελα Μέρκελ και τον Βαυαρό πρωθυπουργό Χορστ Ζεχόφερ (Horst Seehofer), οι οποίοι σκοπεύουν να αναδείξουν το συνταξιοδοτικό σύστημα στην επικείμενη προεκλογική περίοδο. Οι CDU/CSU θεωρούν ότι οι συντάξεις στη Γερμανία είναι το δυνατό σημείο των τριών κυβερνήσεων Μέρκελ. Αν περάσει στον μέσο συντηρητικό ψηφοφόρο η ακροδεξιά γραμμή, που λέει ότι –εκτός από την ΕΚΤ– τη σύνταξή του απειλούν και μουσουλμάνοι πρόσφυγες, τότε τα πράγματα μπορεί να ξεφύγουν από τον έλεγχο της καγκελαρίας.

Με τον Σόιμπλε να έχει χαρακτηρίσει «οικτρή» την παραίνεση του κυβερνητικού εταίρου, σοσιαλιστή Ζίγκμαρ Γκάμπριελ (Sigmar Gabriel) να ασχοληθεί η κυβέρνηση με τους φτωχούς Γερμανούς – προωθώντας ένα neues Solidarprojekt («νέο σχέδιο αλληλεγγύης»)– και να μην εστιάζει μόνο στους πρόσφυγες, είναι φανερό πως για το Bundesfinanzministerium (που εκφράζει ανοιχτά θέση υπέρ της ισονομίας των πολιτών διαφορετικής εθνικής προέλευσης), το πρόβλημα βρίσκεται στην Φρανκφούρτη και μόνο εκεί.

Bundesfinanzministerium In Deutschland zu Hause Vielfalt 2016 05 30 1207 Vielfalt

«Είτε Γιλμάζ, είτε Πέτερς ή Καμίνσκι, είτε Κρούγκερ, Χάνκερ ή Τότζι, για όλες τις διαφορές τους, έχουν ένα σημαντικό κοινό: Στη Γερμανία βρίσκονται σπίτι τους». Με αυτά τα λόγια κάτω από το εικονιζόμενο γραμματόσημο, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προωθεί τη διαφορετικότητα στη Γερμανία ως ευκαιρία, καλώντας όλους τους πολίτες σε συνεργασία. Το γραμματόσημο κοστίζει 55 λεπτά - Πηγή: Bundesministerium der Finanzen

Μηνύματα Σόιμπλε στο εσωτερικό

Το Συνέδριο για τη Βιωισιμότητα (BMF-Trag­fä­hig­keits­kon­fe­renz) πραγματοποιήθηκε στην έδρα του υπουργείου Οικονομικών και το εμβληματικό κτίριο Detlev-Rohwedder-Haus, με τον Σόιμπλε να ανοίγει τις εργασίες του.

Στο πάνελ των ομιλητών βρέθηκαν μεταξύ άλλων ο 36χρονος βουλευτής των Χριστιανοδημοκρατών Γενς Σπαν (Jens Spahn), ένας εκ των δύο κοινοβουλευτικών υφυπουργών του Σόιμπλε και αρμόδιος για την εκτέλεση του προϋπολογισμού· και φέρελπις των Γερμανών Χριστιανοδημοκρατών.

Τον περασμένο Νοέμβριο, ο Σπαν συμμετείχε ως εκπρόσωπος της Γερμανίας στις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό των «28», λέγοντας εν προκειμένω ότι «η τρέχουσα κατάσταση στο μεταναστευτικό αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση εδώ και πολύ καιρό». Ο ίδιος εκτίμησε ότι θα υπάρξει συμφωνία για τον προϋπολογισμό, «αν είμαστε έτοιμοι να κάνουμε κάποιες περικοπές σε άλλους τομείς, ή τουλάχιστον αν δεν προχωρήσουμε σε αυξήσεις».

Ο Σπάν έχει τον τίτλο του νεότερου βουλευτή που έχει εκλεγεί ποτέ στη Γερμανία (το 2002 σε ηλικία 22 ετών) και θεωρείται υπέρμαχος των μεταρρυθμίσεων στις συντάξεις.

Μεταξύ των ομιλητών ήταν ο Βρετανός ακαδημαϊκός Κόλιν Κράουτς (Colin Crouch), το όνομα του οποίου έχει συνδεθεί από το 2000 με την έννοια της «μεταδημοκρατίας» και την ολιγαρχική παρέκκλιση των σύγχρονων δημοκρατιών. Σε συνέντευξή του τον Μάρτιο του 2015 στην ιταλική Il Manifesto, ο Βρετανός ακαδημαϊκός είχε κάνει λόγο για «δημοκρατικό παράδοξο» και «ατροφία της δημοκρατίας» στα πολιτικά συστήματα Ευρώπης και ΗΠΑ, σημειώνοντας ότι «η δημοκρατία παύει να υπάρχει από το όριο και πέρα όπου παίρνονται οι πιο σημαντικές αποφάσεις για την οικονομία».

Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Warwick και επιστημονικός συνεργάτης του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ για την Μελέτη των Κοινωνιών (Max-Planck-Institut für Gesellschaftsforschung) βρέθηκε τη Δευτέρα ενώπιος ενωπίω με τον Σόιμπλε. Οι δυο τους θα απαντούσαν από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες στο ερώτημα: «Αγνοώντας την πολιτική της καθημερινότητας, οι μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι;»

Συμμετείχαν, τέλος, ο 47χρονος Κλέμενς Φουστ (Clemens Fuest), που ανεβάζει στροφές μετά την ανάληψη φέτος από τον πολύ Χανς Βέρνερ Ζιν (Hans-Werner Sinn) των ηνίων του Iνστιτούτου Ifo (που εκδίδει τον δείκτη επιχειρηματικού κλίματος), και ο Μάρκους Κέρμπερ (Marcus Kerber), γενικός διευθυντής της ένωσης των Γερμανών βιομηχάνων (BDI).

Ο Φουστ είχε προσφάτως δηλώσει σε συνέντευξή του ότι το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι το χρέος, αλλά η έλλειψη σχεδίου, κάνοντας ταυτόχρονα λόγο για ανάγκη διαχωρισμού της μεταναστευτικής από τη δημοσιονομική πολιτική.

Αν μη τι άλλο, υπό το φως των προσφάτων εξελίξων, ο Δρ. Σόιμπλε είχε την ευκαιρία να περάσει τη νέα γραμμή της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για το ελληνικό ζήτημα, έχοντας γυρίσει περίπου νικητής από τις Βρυξέλλες. Οι Γερμανοί δεν περίμεναν να ακούσουν ότι η Ελλάδα είναι μια πολύ δύσκολη περίπτωση. Αλλά, ότι κάθε «ανοησία» είναι αποδεκτή, αρκεί να παρεμβάλλεται στα τηλεφωνήματα Τόμσεν–Λαγκάρντ. Στις προεκλογικές καμπάνιες κυριαρχεί η καθημερινότητα. Δεν υπάρχει εναλλακτική.